Εκρηκτικό πόρισμα

 

Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος μονάχα με τη δύση του,
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

 

Κική Δημουλά

Σμπάρος εροβόλαγε

 

Σαν τον σαλό επήρε το βουνό,

τρομοκρατεί τις λαγκαδιές και τα γιοφύρια,
με σκοτεινό το βλέμμα κι αδειανό,
κι ο σμπάρος εροβόλαγε.

Στα ματιά του ένα σύννεφο,
στα χέρια του μονάχα σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο,
κι ο σμπάρος εροβόλαγε.

Πεφτούν φτερούγες και ουρές,
χαλούνε δάση και φωλιές,

μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα,
κι εκείνος χαζογέλαγε.

Ποιoς κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιoν κουβεντιάζει η ρεματιά κι ανατριχιάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Ο Χάρος εροβόλαγε. 

 

Μ.Χ.

 

Κυνηγός

 

Περνάει κορδωμένος μ' ένα όπλο

κι ένα σακούλι πούπουλα, κρεμασμένο

την ομορφιά και την αγάπη σκοτωμένες. 

Κι έχει ένα ύφος σάμπως να θέλει να μας πείσει

καλό πως είν' αυτό που κάνει.

Θέλει να πει πως είναι άντρας κι έχει όπλο, 

ανδρείος που πουλάκια σκοτώνει.

Κι είναι η μόνη δύναμή του τώρα

που αγωνίζεται τη δύναμη της τύψης να νικήσει,

κρύψου φονιά, που του φωνάζουν. Μ' αυτός κορδώνεται, 

φονιάς να δείξει πως δεν είναι.

Κρύψου να μη σε βλέπουν.

Δεν είσαι άξιος τον ουρανό να βλέπει το γαλάζιο.

Δε σ' ωφελεί πια ως κι η μετάνοια.

 

Κάρολος Ρου

 

Η ορφανή φωλιά

 

Κρυώνει η φωλιά μας

εβράδια' η μέρα

δεν ήρθες ακόμα 

μητέρα, μητέρα!

 

Να μη μας αφήσεις

τη νύχτα δω πέρα

Τι κρύο, τι φόβος

μητέρα, μητέρα!

 

-Γλυκά ζεσταθείτε

σα νά' στε κοντά μου

το ένα με τ' άλλο

παιδιά μου, παιδιά μου!

 

Στο δίχτυ πιασμένη

χτυπώ τα φτερά μου, 

στο Θεό σας αφήνω

παιδιά μου, παιδιά μου!

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

«...Τα ζώα έχουν μάθει προ πολλού να σωπαίνουν στο πλησίασμά του, να αποφεύγουν, σαν τον χειρότερο λεηλατητή, το πλάσμα εκείνο που σκοτώνει παρά φύση, χωρίς να του το υπαγορεύει η ανάγκη επιβίωσης. Kαι έτσι, η γαλήνια σιωπή των εξοχών μας δεν είναι παρά η απτή απόδειξη του τρόμου που έσπειρε εκεί ο άνθρωπος»

 

Stephane Audeguy